Από «κοινός δολοφόνος» σε «άξιο τέκνο της πατρίδος»
Ο διαχρονικός παραλογισμός του Κυπριακού κράτους και η αδυναμία μας να κατανοήσουμε τα αυτονόητα.
[Σε αυτό το άρθρο παραθέτω τη γνώμη μου στο εάν πρέπει να τιμάται ο Γρίβας ή οι καταδρομείς που έλαβαν μέρος στο πραξικόπημα στην επίθεση κατά του προεδρικού το 1974. Το αναφέρω προκαταβολικά διότι το κείμενο είναι, τελικά, αρκετά μεγαλύτερο από ότι αρχικά υπολόγιζα, οπόταν όσους δεν σας ενδιαφέρει το θέμα… μη συνεχίσετε, άδικά, την ανάγνωση 🙂]
Τις δύο φωτογραφίες που αναρτώ εδώ, είχε στο τοίχο πάνω από το προσκέφαλο της η μακαρίτισσα η γιαγιά μου. Αυτή του Μακάριου και αυτή του Γρίβα. Όταν μικρός την ρώτησα ποιοι είναι μου είπε ότι ο ένας είναι αρχιεπίσκοπος και πρόεδρος και ο άλλος ήταν ο αρχηγός του αγώνα. Και ότι και οι δύο έδιωξαν τους Εγγλέζους από την Κύπρο.
Το σπίτι της γιαγιάς στο Παλαιχώρι είναι στο ύψωμα ακριβώς απέναντι από το άγαλμα της Μάνας. Ένα μνημείο προς τιμήν των μανάδων οι οποίες έδωσαν το δικό τους αγώνα κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα 1955- 59. Αυτό βλέπαμε κάθε βράδυ που καθόμασταν έξω να δειπνήσουμε, και η γιαγιά μας έλεγε ιστορίες από την εποχή των Εγγλέζων. Για τις μαζώξεις των αδρώπων στην αυλή του σχολείου του χωριού που τους βασάνιζαν αφήνοντας τους να στέκονται όλη μέρα στον ήλιο, για τα κέρφιου και τις απαγορεύσεις, για τους αγωνιστές της ΕΟΚΑ και τα κρυσφύγετα στη Παπούτσα, για τη θυσία του Αυξεντίου το Μάρτιο του 1957 που έβλεπες, μας έλεγε, τους καπνούς από το Μαχαιρά στο Παλαιχώρι, αλλά και για τον Μάτση, το Καραολή, τον Γεωργίου και τους άλλους αγωνιστές που θυσιάστηκαν για να είμαστε εμείς ελεύθεροι. Μετά από τον αγώνα έγινε προδοσία και μας έπιασαν οι Τούρτζιοι τη μισή Κύπρο. Η αφηγήσεις διακόπτοταν πάντα βίαια στην εισβολή. Χωρίς λεπτομέρειες Απλά έγινε μία προδοσία. Τότε δεν καταλάβαινα τι σημαίνει προδοσία.
Την ίδια περίοδο, τέλη της δεκαετίας του 1970, ο κόσμος ήταν έντονα διχασμένος. Υπήρχε ο Ηρακλής, που ήταν ο σύλλογος των αριστερών, και ο ΑΠΟΠ, ο σύλλογος των δεξιών. Διαφορετικές ποδοσφαιρικές ομάδες, διαφορετικές εκδηλώσεις. Ήταν δεδομένο ότι οι αριστεροί δεν πήγαιναν στον ΑΠΟΠ και οι δεξιοί δεν πήγαιναν στον Ηρακλή. Όρος απαράβατος.
Παντού ομαδοποιήσεις και διαχωριστικές γραμμές. Ακόμα και οικογένειες, αδέλφια, ανίψια. Χωρισμένοι σε αριστερούς και δεξιούς.
Το ίδιο και τα supermarket της εποχής. Τα λεγόμενα συνεργατικά. Άλλο είχαν οι αριστεροί και άλλο οι δεξιοί. Για να ήσουν σωστός ψώνιζες πάντα από εκεί που έπρεπε.
Στα 5, 6 μου χρόνια δεν καταλάβαινα το λόγο του τείχους. Δεν ήξερα τι είχε γίνει που χώριζε τόσο πολύ τους ανθρώπους.
Θυμάμαι έντονα ένα βράδυ, ήταν καλοκαίρι, που ήρθε ο Γλαύκος Κληρίδης να μιλήσει στο Παλαιχώρι. Πρέπει να ήταν το 1977, ή 1978. Ήταν στην κεντρική πλατεία του χωριού. Εκατοντάδες κόσμος, ελληνικές σημαίες, συνθήματα. Ήμουν εκεί. Φορούσε ένα μπλε κοστούμι και μπλε γραβάτα. Δεν θυμάμαι την ομιλία όμως εκτός από το τέλος «πατρός τε και μητρός τε». Αυτό το συγκράτησα χωρίς να ξέρω τι σημαίνει. Την νύκτα εκείνη ο σύλλογος του Ηρακλή έκλεισε και έφυγε ο κόσμος από τον καφενέ. Δεν καταλάβαινα γιατί οι άλλοι δεν ήρθαν να δουν τον Κληρίδη.
Θυμάμαι ακόμα στις 3 Αυγούστου του 1977 που πέθανε ο Μακάριος. Το κλάμα της μάνας, την θλίψη και απελπισία. Καταστροφή... Λίγες εβδομάδες πριν με είχε πάρει σε ένα συλαλλητήριο στην πλατεία Ελευθερίας ο πατέρας μου. Πρέπει να ήταν λίγο πριν πεθάνει ο Μακάριος. Τον θυμάμαι και τον Μακάριο να μιλά. Θυμάμαι και το Σπύρο Κυπριανού να στέκεται δίπλα του. Χιλιάδες κόσμος, λαοθάλασσα. Ένα παραλήρημα. Από την πλατεία Ελευθερίας μέχρι εκεί που ήταν το παλιό ΓΣΠ δεν μπορούσες να πατήσεις.
Πίσω στο χωριό. Εγώ πήγαινα και στους δύο καφενέδες. Και στον Ηρακλή και στον ΑΠΟΠ. Είχα φίλους και από την μια και από την άλλη. Παίζαμε ποδοσφαιράκι, φλίππερ και πακ μαν. Δύο, τρία σελίνια έβγαζες ολόκληρο απόγευμα.
Δεν έβλεπα διαφορά στους ανθρώπους. Όλοι είχαν τις δουλειές τους, είχαν τα ίδια καθημερινά προβλήματα, έκαναν την ίδια σούβλα τις Κυριακές, γελούσαν με τα ίδια αστεία.
Μεγαλώνοντας σε ένα τέτοιο περιβάλλον, είχα πάντα την απορία γιατί να είναι τόσο μοιρασμένος ο κόσμος. Γιατί να μην πηγαίνει ο ένας στον καφενέ του άλλου, γιατί να υπάρχει τόση απόσταση μεταξύ ανθρώπων που στο τέλος δεν έχουν να μοιράσουν τίποτε μεταξύ τους. Ή μήπως έχουν;
Την ίδια απορία έχω και σήμερα. Γιατί κάθε 15 του Ιούλη μοιραζόμαστε και συζητούμε με αυτό το φανατισμό για γεγονότα που έγιναν πριν σχεδόν 50 χρόνια. Ακόμα συζητούμε ποιος έφταιξε, ποιος έκανε το πραξικόπημα, εάν η πολιτεία πρέπει να τιμά τους καταδρομείς που έλαβαν μέρος στο πραξικόπημα ή όχι.
Άρχισα λοιπόν από την εφηβική μου ηλικία να διαβάζω. Ήθελα να μάθω, να δω εάν υπήρχε απάντηση στο ερώτημα που με βασάνιζε.
Δανειζόμουν βιβλία κάθε Σάββατο από την Δημοτική Βιβλιοθήκη του Δήμου Λευκωσίας. Δανειζόσουν το βιβλίο το ένα Σάββατο και έπρεπε να το επιστρέψεις σε μία εβδομάδα. Άρχισα, τυχαία, από τον Πλουτή Σέρβα, «Κυπριακό Ευθύνες». Πρόκειται για ένα τρίτομο έργο που καταγράφει όλα τα γεγονότα από τον αγώνα της ΕΟΚΑ μέχρι και την εισβολή. Στην συνέχεια τα «Απομνημονεύματα Αγώνως 1955-1959» του Γρίβα, τα δύο βιβλία του Άντρου Παυλίδη «Μακάριος», το τρίτομο έργο του Σπύρου Παπαγεωργίου «Από την Ζυρίχη στον Αττίλα», «Δέκα Χρόνια Κυπριακού» του Άγγελου Βλάχου και άλλα. Στα χρόνια που ακολούθησαν διάβασα αρκετά βιβλία, άρθρα και μελέτες που ασχολούνται με το Κυπριακό. Την μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε το τετράτομο έργο “Η Κατάθεση μου” του Γλαύκου Κληρίδη, ίσως διότι ήταν εκ των πρωταγωνιστών και περιέχει προσωπικές μαρτυρίες. Το τελευταίο διάστημα είχα την ευκαιρία να μελετήσω το βιβλίο του Αλέξη Παπαχελλά «Ένα Σκοτεινό Δωμάτιο 1967-1974”, το βιβλίο του Μάριου Θρασυβούλου «Μακάριος 1948-1959» και του Τάκη Χατζηδημητρίου «Κυπριακή Δημοκρατία 1959-1964: Κράτος και παρακράτος» και το βιβλίο του Πόλυ Πολυβίου «Η Διπλωματία της Εισβολής». Υπάρχουν βέβαια εκαντοντάδες άλλα βιβλία στη βιβλιογραφία για το κυπριακό. Όταν ενδιαφέρεσαι να μάθεις την ιστορία δεν έχεις παρά να ανατρέξεις στα βιβλία.
Οι νομικές σπουδές στην συνέχεια συμπλήρωσαν την κατανόηση των ιστορικών γεγονότων και έδωσαν απαντήσεις στα ερωτήματα μου.
Η απάντηση στο ερώτημα με δύο λόγια ειναι ότι οι διαφορές μας, και τότε και σήμερα, οφείλονται σε ελλειπή γνώση των ιστορικών γεγονότων αλλά και διαφορετική κατανόηση της πρόσφατης ιστορίας μας.
Είναι σημαντικό όταν κρίνουμε τα γεγονότα της περιόδου 1955 - 1974, να έχουμε κατά νου το κοινωνικό- πολιτικό πλαίσιο της εποχής. Θα επιχειρήσω μία πολύ συνοπτική παράθεση του στη συνέχεια:
Είμασταν ένας λαός που ήταν για αιώνες σκλαβωμένος, στην πλειοψηφία του αμόρφωτος, που ζούσε σε συνθήκες φτώχιας, αποκομμένος από το διεθνές περιβάλλον και με μηδενική κατανόηση των διεθνών συσχετισμών. Ένας λαός βαθιά θρησκεύομενος που αποδεχόταν την εκκλησία ως εθναρχεύουσα. Ξεκίνησε τον αγώνα για ένωση με την Ελλάδα, χωρίς ποτέ καμία Ελληνική κυβέρνηση να συμπαραταχθεί με αυτό το αίτημα, και κατέληξε σε μία κολοβωμένη ανεξαρτησία και ένα κράτος το οποίο έβλεπε σαν αποπέδι. Σαν μπάσταρδο. Η δημοκρατία ως έννοια και ως πρακτική στην Κύπρο εκείνης της εποχής ήταν άγνωστη. Το 1/3 των Ελλήνων Κυπρίων που ήταν αριστεροί αντιμετωπιζόνταν από την άρχουσα δεξιά ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας και δεν λαμβάνονταν υπόψη στη πολιτική διεργασία. Παραταύτα, το ΑΚΕΛ στήριξε τον αγώνα υπέρ της ένωσης και υποστήριξε διαχρονικά τον Μακάριο, εκτός στο θέμα των συμφωνιών Ζυρίχης- Λονδίνου.
Σε αυτή τη κατάσταση, η τεράστια πλειοψηφία του λαού, συμπεριλαμβανωμένων των αριστερών, είχε ως ίνδαλμα, καθοδηγητή και αποδεχόταν ως αλάνθαστο ηγέτη, τον Μακάριο.
Την τότε εποχή το κράτος ήταν ο Μακάριος. Όποιος ήταν απέναντι θεωρείτο εχθρός του κράτους. Αυτό είναι μία ιστορική πραγματικότητα. Η δημοκρατία και η ελευθερία έκφρασης ήταν πολύ περιορισμένη και δεν είχε καμία απολύτως σχέση με αυτό που αντιλαμβανόμαστε σήμερα.
Η πορεία του Κυπριακού από το 1955 - 1974 πέρασε από χίλια μύρια κύματα λόγω του εμφύλιου σπαραγμού στη Κύπρο, της Χούντας, αλλά και της παντελούς αδυναμίας μας ως Ελληνισμός να εκτιμήσουμε και να κατανοήσουμε την δυναμική και σημασία του παράγοντα Τουρκία και Τουρκοκύπριοι.
Η κοινωνία τότε δεν είχε την παιδεία, την ωριμότητα, την κουλτούρα και την εμπειρία να μπορεί να κρίνει, να θέτει ερωτήματα, να αξιολογεί και τοποθετείται. Ήταν επιρρεπής σε χειραγώγηση και η προσωπολατρεία ήταν φυσικό επακόλουθο. Αντί ο πολίτης να διερωτάται και να ερωτά απλά ακολουθούσε. Τότε ο κόσμος αναγνώριζε στον ηγέτη του υπερφυσικές ιδιότητες και σοφία. Αυτό αφορούσε την τεράστια πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων.
Υπήρχε και μία μειοψηφία αυτών που δεν συμφωνούσαν με την ίδρυση ανεξάρτητου κράτους και επέμεναν στην ένωση. Στις τάξεις τους βρίσκονταν και αγνοί ιδεολόγοι αλλά και πολλοί που ήταν απογοητευμένοι διότι δεν τακτοποιήθηκαν στο νέο σύστημα εξουσίας μετά το 1960.
Από την αντίπερα όχθη, η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι είχαν την δική τους αντζέντα και τα δικά τους σχέδια με κύρια απαίτηση την διχοτόμηση, το γεωγραφικό διαχωρισμό και την απόκτηση ζωτικού χώρου εντός του νησιού με πρόσβαση στη θάλασσα. Αυτή ήταν βασική επιδίωξη της Τουρκίας από το 1955.
Η δεκαετία 1960-1970 σημαδεύτηκε από πολλά γεγονότα. Τα 13 σημεία του Μακαρίου για αναθεώρηση του Συντάγματος, τις ταραχές του 1963 και την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων, την δημιουργία των θυλάκων, την κάθοδο του Γρίβα και σύσταση της Εθνικής Φρουράς, τους βομβαρδισμούς της Τηλληρίας το 1964, την κρίση της Κοφίνου και την αποχώρηση της Ελληνικής Μεραρχίας το 1967 κλπ. Πρόκειται για μία ταραχώδη περίοδο η οποία προμήνυε το τί θα επακολουθούσε.
Ο Γρίβας ήρθε στη Κύπρο τον Αύγουστο του 1971 εν κρυπτώ, για να πετύχει την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα κίνηση που κατά αναγκαία συνέπεια προυπόθετε κατάλυση του Κυπριακού κράτους. Δημιουργήθηκε η ΕΟΚΑ Β με πρώην αγωνιστές της ΕΟΚΑ. Παρά τις προσπάθειες γεφύρωσης των διαφορών και τη συνάντηση που έγινε με τον Μακάριο, δεν υπήρξε συνεννόηση μεταξύ των δύο. Ως αντίβαρο, το κράτος, τότε, προχώρησε στη σύσταση του Εφεδρικού.
[Για το Εφεδρικό και το ρόλο του μου μίλησε εκτενώς ο Ιάκωβος Παπακώστας σε ένα podcast που κάναμε πέρσι τον Αύγουστο 2022
Η δράση της ΕΟΚΑ Β ήταν καταστροφική και στρεφόταν κατά του νόμιμου κράτους. Η ΕΟΚΑ Β δολοφόνησε 13 Κύπριους τους οποίους θεωρούσε πολιτικούς αντιπάλους.
Ο τότε Πρόεδρος της Βουλής, Γλαύκος Κληρίδης, αντιδρώντας στις δολοφονίες ενέγραψε προς συζήτηση το θέμα με τον τίτλο «Η καταπάτησις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό οπαδών του Γρίβα και η εν ψυχρώ δολοφονία πολιτών». Τον Γενάρη του 1974 η ΕΟΚΑ Β δολοφόνησε δύο ακόμα πρόσωπα που θεωρούσε πολιτικούς αντιπάλους, τον Ευρυβιάδη Χαραλάμπους στο Όμοδος και τον Στέλιο Μαύρο στις Πλάτρες. Με αφορμή αυτές τις δολοφονίες ο Γλαύκος Κληρίδης, έκανε τότε μια δήλωση στον «Φιλελεύθερο», στις 26/01/1974, στην οποία έλεγε:
«Εφ’ όσον ο Στρατηγός Γρίβας και μετά την συζήτησιν εις την Βουλήν και την έγκρισιν ψηφίσματος διά του οποίου καλείται να καταδικάση την βίαν και να διαλύση τας παρανόμους ομάδας του, δεν πράξη τούτο και οι οπαδοί του συνεχίσουν τας παρανόμους των ενεργείας και τας ανάνδρους δολοφονίας, τότε θα ζητήσω από την Βουλήν και τον κυπριακόν λαόν να τον καταδικάσουν ως δολοφόνον».
Στην συνέχεια συνέβηκε το εξής παράδοξο.
Στις 27/01/1974 ο Γρίβας πέθανε στο κρησφύγετο του στη Λεμεσό. Ο θάνατος επήλθε δύο μέρες μετά την έκδοση του ψηφίσματος από την Βουλή και την δήλωση του Γλαύκου Κληρίδη.
Στις 31/01/1974 η Βουλή εξέδωσε ψήφισμα (με διαφωνία της ΕΔΕΚ και αποχή του ΑΚΕΛ), στο οποίο κήρυξε το Γρίβα «άξιον τέκνον» της πατρίδος.
Πρόκειται για την ίδια Βουλή που λίγες μέρες πριν καταδίκαζε το Γρίβα και την ΕΟΚΑ Β.
Το ψήφισμα ανέφερε:
«Η Βουλή των Αντιπροσώπων συνελθούσα σήμερον εις επίσημον έκτακτον συνεδρίαν και μνημονεύουσα τας εξαιρέτους υπηρεσίας άτινας ο εκλιπών ήρως προσέφερεν διά την απελευθέρωσιν της ιδιαιτέρας του πατρίδος Κύπρου, καλείται όπως διά ψηφίσματος αυτής ανακηρύξη τον εκλιπόντα ήρωα Στρατηγόν Γεώργιον Γρίβαν Διγενήν ως άξιον τέκνον της ιδιαιτέρας του πατρίδος Κύπρου».
Η κυβέρνηση κήρυξε τριήμερο εθνικό πένθος και ο Γενικός Εισαγγελέας ανέστειλε όλες τις υποθέσεις κατά στελεχών της ΕΟΚΑ Β που δικάζονταν για ενέργειες κατά του κράτους. Όλοι δε οι καταδικασθέντες απολύθηκαν με χάρη.
Η αλλοπρόσαλλη στάση της κυπριακής Βουλής δείχνει και το τρόπο που λειτουργούσε το πολιτικό σύστημα στην Κύπρο. Ενώ η ΕΟΚΑ Β προέβαινε σε δολιοφθορές κατά του κράτους και δολοφονίες πολιτικών αντιπάλων και η Βουλή και η κυβέρνηση καταδίκαζε τον Γρίβα ως δολοφόνο, αίφνης μετά το θάνατο του τον ανακήρυξε σε εθνικό ήρωα. Έχοντας μάλιστα τη υποστήριξη της πλειοψηφίας του λαού πλην του ΑΚΕΛ και της ΕΔΕΚ.
Η δικαιολογία που δίνεται είναι ότι αυτό έγινε για να αποφευχθει η περαιτέρω εμφύλια σύγκρουση. Πρόκειται για την ίδια δικαιολογία που προβάλλεται για τον κλάδο ελαίας που έδωσε ο Μακάριος στους πραξικοπιματίες μετά την εισβολή.
Η πραγματικότητα είναι ότι υπήρχε προσωπική βεντέτα μεταξύ Μακαρίου και Γρίβα. Η σχέση τους ήταν πάντα ανταγωνιστική και ουδέποτε ο ένας εμπιστεύτηκε τον άλλο. Οπόταν με το θάνατο του Γρίβα ο Μακάριος απαλλάχθηκε από ένα τεράστιο πρόβλημα και σε ένδειξη μεγαλοψυχίας αποφάσισε να ανακηρύξει τον μέχρι πρότινος «κοινό δολοφόνο» σε «άξιο τέκνο της πατρίδος».
Βλέπουμε ταυτόχρονα το εξής σημαντικό. Τότε δεν υπήρχε η έννοια της αντίληψης του κράτους ως φορέα της νομιμότητας και της διασφάλισης του κράτους δικαίου. Δεν υπήρχαν κανόνες ή νόμοι. Όλα μπορούσαν να γίνουν με βάση τη σκοπιμότητα της στιγμής.
Διερωτώμαι πραγματικά. Είναι ποτέ δυνατόν, σε ένα κανονικό κράτος, ο ηγέτης μίας παράνομης οργάνωσης που είχε ως σκοπό να καταλύσει το κράτος για να πετύχει την ένωση και με δικαιολογία αυτό, δολοφονούσε πολίτες, να θεωρείται αρχικά ως «κοινός δολοφόνος» και λίγες μέρες μετά το θάνατο του να ανακηρύσσεται «άξιο τέκνον» της πατρίδος; Πόσο παράδοξο είναι αυτό και τι προδίδει για την νοοτροπία και αντίληψη που υπήρχε τότε;
Μετά την ανακήρυξη του Γρίβα ως «άξιου τέκνου», δυστυχώς, 6 μήνες μετά, ακολούθησε το πραξικόπημα.
Είναι αξίωμα ότι η κάθε ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, πρέπει να κρίνεται και να αξιολογείται ανάλογα με το αποτέλεσμα που επιφέρει. Το πραξικόπημα έγινε από την Χούντα των Αθηνών και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι προκάλεσε την εισβολή της Τουρκίας στη Κύπρο με τις γνωστές καταστροφικές συνέπειες. Είναι ιστορικό γεγονός επίσης ότι στο πραξικόπημα στη Κύπρο συνέδραμαν και στελέχη της ΕΟΚΑ Β αλλά και άλλοι που δεν ανήκαν στην ΕΟΚΑ Β ήταν όμως αντι-Μακαριακοί.
Είναι προφανές, ή έπρεπε να είναι, ότι όσοι συνεργάστηκαν ή συνήργησαν ή εκτέλεσαν το πραξικόπημα έχουν τεράστιες και ασήκωτες ευθύνες. Βεβαίως και υπάρχουν διαβαθμίσεις. Δεν βάζω στην ίδια μοίρα όσους Κύπριους σκόπιμα και ενσδυνείδητα συνεργάστηκαν με τη Χούντα τις ημέρες του πραξικοπήματος, με τους απλούς κληρωτούς στρατιώτες που διατάχθηκαν να επιτεθούν κατά του προεδρικού. Ούτε θεωρώ ότι η ζωή αυτών των ανθρώπων που πέθαναν σε διατεταγμένη υπηρεσία έχει λιγότερη αξία από των άλλων που πέθαναν υπερασπιζόμενοι το κράτος.
Όμως, άλλο τι πιστεύουμε σε ανθρώπινο επίπεδο, και άλλο το πως συμπεριφέρεται η πολιτεία και ποιους τιμά σε τέτοιες επετείους όπως η χθεσινή. Είναι ένα ζήτημα που δεν υπάρχει δίλημμα, ούτε γκρίζες ζώνες. Το κράτος δεν νοείται άμεσα ή έμμεσα να αποδίδει τιμές σε όποιον, έστω άθελα ή κατόπιν διαταγής, έλαβε μέρος σε πραξικόπημα κατά του ίδιου του κράτους. Δεν είναι ζήτημα συγχώρεσης ή ενότητας, είναι θέμα αρχής.
Λέγω τα πιο πάνω με πλήρη επίγνωση και γνώση άλλων γεγονότων που ακολούθησαν την εισβολή. Για παράδειγμα ποτέ δεν δικάστηκαν όσοι οργάνωσαν ή συμμετείχαν στο πραξικόπηημα. Άτομα που συμμετείχαν στο πραξικόπημα ως υπουργοί, όπως ο Ανδρέας Παρισσινός και Παναγιώτης Δημητρίου στην συνέχεια εξελέγησαν βουλευτές της Κυπριακής Βουλής με τον ΔΗΣΥ με την ψήφο του κόσμου. Πρόσωπα που συνεργάστηκαν με τον Σαμψών όπως ο Λουκής Παπαφιλίππου, ως εκπρόσωπος της Κύπρου στον ΟΗΕ, στην πορεία ίδρυσε τον τηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤ1 και είχε στενές σχέσεις με όλα τα πολιτικά κόμματα συμπεριλαμβανομένου του ΑΚΕΛ.
Η κυπριακή κοινωνία επομένως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ξέπλυνε ή εάν θέλετε έδωσε άφεση αμαρτιών, αποδέκτηκε ,κανονικοποίησε και σε κάποιες περιπτώσεις ανέδειξε αλλά και τίμησε με διάφορους τρόπους πρόσωπα που συμμετείχαν στο πραξικόπημα. Στην ουσία μόνο ο Σαμψών την πλήρωσε που φορτώθηκε όλο το βάρος, την απαξίωση και την ντροπή. Για όσους ήταν στο λεγόμενο υπουργικό του συμβούλιο δεν λέμε κουβέντα. Οι περισσότεροι δεν τους ξέρουν καν.
Υπάρχει λοιπόν επιλεκτική μνήμη καθώς και σε κάποιο βαθμό αποδοχή και κανονικοποίηση του πραξικοπήματος. Τι άλλο από αποδοχή είναι όταν ο λαός αποστέλλει στην Βουλή υπουργούς της πραξικοπηματικής κυβέρνησης;
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το επίσημο κράτος πρέπει να συμπράττει σε αυτή τη παράδοξη κατάσταση που εκφράζεται μέσα από μέρος της κοινωνίας. Το επίσημο κράτος, αντίθετα, οφείλει με τη στάση του να προασπίζει τη νομιμότητα, το κράτος δικαίου και στο τέλος την ημέρας την ίδια την ύπαρξη του. Συνακόλουθα δεν νοείται εκπρόσωπος του κράτους, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να αποδιδει τιμές σε αυτούς που συμμετείχαν, έστω άθελα, στην κατάλυση του.
[Εάν θέλετε να λαμβάνετε δωρεάν τα άρθρα μου στο substack εγγραφείτε στην ηλεκτρονική λίστα ειδοποιήσεων από την οποία μπορείτε να αποχωρήσετε ανά πάσα στιγμή! Προωθείστε επίσης το ThinkingMatters σε φίλους σας εάν νομίζετε ότι θα το βρουν χρήσιμο.]


